ΚΕΡΥΝΙΩΤΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ[1]

Φρίξος Βράχας

 

Από το «Φιλελεύθερο», Σάββατο, 9 Απριλίου, 1988

 

            Η μνήμη -- καθαρά προσωπική ή και ευρύτερα ιστορική – είναι πάντα σύντροφος απαραίτητος. Προπαντός, όταν έχει και την ικανότητα, συνδυαζόμενη με την κρίση, να εκκαθαρίζει το υλικό της, έτσι που να μπορεί να προσφέρει, για το μέλλον, δεδομένα στέρεα και εμπειρίες γόνιμες. Γιατί, πράγματι, η μνήμη, σαν είναι σε θέση ν’ απαγκιστρώνεται από την όποια παθητική ή ρομαντική ενατένιση, αποβαίνει παράγοντας της πιο σίγουρης δημιουργίας. Μ’ αυτό το σκεπτικό, που απορρέει από το μάθημα της Ιστορίας, επιβάλλεται, ασφαλώς, να μην αφήσουμε – ούτε για μια στιγμή – ν’ αμβλυνθεί η μνήμη του τόπου μας και του λαού μας για ό,τι σκιάζει, σήμερα, με την μπότα του ο Αττίλας στα κατεχόμενα. Η μνήμη πρέπει να κρατά και να ακτινοβολεί γύρω μας και μέσα μας ζωντανή την εικόνα τους, γιατί μ’ αυτή δεν είναι μόνο η νοσταλγία των παλαιότερων που τρέφεται, μα κι η αίσθηση του χρέους όλων και πάντα.

            Η κάθε κυπριακή γωνιά στο Βορρά – χωριό ή πολιτεία – έχει τη δική της φυσιογνωσία κι είχε το δικό της ιδιαίτερο κόσμο και τρόπο, την παράδοσή της, την αλήθεια της. Κι απ’ αυτή την αλήθεια, απ’ όλες τις επιμέρους αλήθειες που ανάστησαν αμέτρητες ελληνικές γενιές, απ’ όλες τις αλησμόνητες εστίες, αναδύεται ακέραια κι η εικόνα – φυλαχτό του καθένα μας. Αυτή την εικόνα θα προσπαθήσει και η στήλη αυτή να υφάνει, προσεχώς, σε συνέχειες, όσο πληρέστερα και πιο ανάγλυφα μπορεί, με θύμισες και βιώματα ζωντανά, σε σχέση με μια ιδιαίτερα προσφιλή, πικρή εστία, την Κερύνια. Σήμερα όμως, δε θ’ ακολουθήσει τη δομημένη σειρά. Και θα ιστορήσει, όπως το θέλουν και οι μέρες, λίγο πρόχειρα ίσως, την Πασχαλιά της.

            Η Κερυνία, όχι πολλά χρόνια πριν από την εισβολή, είχε μιαν εντυπωσιακή, παραδοσιακή γνησιότητα σε όλα της. Κι η Πασχαλιά της έμοιαζε σάμπως ντυμένη με παπαδιαμαντικό μανδύα. Η εκκλησία, με τις ακολουθίες της, ήταν το  επίκεντρο της ζωής όλων. Κι από την ώρα που έμπαινε η Σαρακοστή, με το σημαδιακό καθεχρονικό ομαδικό γλέντι στην Τριμιθιώτισσα και με την πανομοιότυπη, πάντα, παράσταση, αργά το δειλινό της Καθαρής Δευτέρας, στο λιμάνι, με το μεταμφιεσμένο σε Χαϊλέ Σελασιέ, και τον υποτιθέμενο μεταφραστή του, να εξαγγέλλει μεγαλεπήβολα σχέδια για εκβάθυνση, για μουράγια και για μώλους, όπου θα ‘δεναν τα ποστάλια και τα φορτηγά (το όνειρο του Κερυνιώτη ήταν να ‘βλεπε, κάποτε, το λιμάνι καταφύγιο ασφαλές για τα πλεούμενα, αλλά και σημαντικό κέντρο εμπορίας), ο καθένας προσανατολιζόταν προς τη Μ. Εβδομάδα. Και τις παραμονές, η προσοχή επικεντρωνόταν γύρω από τις προετοιμασίες καθαριότητας και διακόσμησης των δυο κύριων εκκλησιών – του Αρχαγγέλου και του Αγ. Γιώργη.

            Στο μεταξύ, όλη τη Σαρακοστή (με την εξαίρεση των ακολουθιών των Χαιρετισμών), ο Παπά Γιώργης, στην αρχή – κι αργότερα ο Παπά Ευριπίδης και ο Παπά Αλέξανδρος – έκαναν τα εσπερινά στη Χρυσοπολίτισσα, όπου, πριν από τα Οκτωβριανά, κάθε βράδυ αντηχούσε – στα διαβαστικά – καθαρή κι όλη νόημα η φωνή δυο αξέχαστων και μεγάλων, πράγματι, δασκάλων, του Γιώργου Καραγιάννη και του Κλείτου Σοφοκλέους.

            Το Σάββατο, παραμονή των Βαΐων, προσκόμιζε ο καθένας, στην εκκλησία, για να τη «σαραντίσει», την ελιά του. Από νωρίς το πρωί, όμως, άρχιζε και μια άλλη διαδικασία, με το γέρο Φωτή, που, από πόρτα σε πόρτα, έψελνε το Λάζαρο, από ένα παμπάλαιο, λιγδιασμένο χειρόγραφο, που έβγαζε κάθε τόσο από την τζέπη, δήθεν για να το συμβουλευθεί, και με τον Πατέρα, που έκανε τη βόλτα του στα βράχια, στην ακροθαλασσιά, να μαζέψει «μπογιά» του γιαλού, που θα πουλούσε, σε ορισμένους πάντα πελάτες, για το κοκκίνισμα των αυγών.

            Ο Πατέρας, ήταν η γραφικότερη κι η πιο αγαπημένη μορφή του λιμανιού. Γι’ αυτόν, η κάθε πέτρα, σ’ όλη την παραλία, είχε και μια ξεχωριστή υπόσταση – μαζί, συχνά, κι ένα δικό της όνομα. Κι ήξερε, με όλες τις λεπτομέρειες, για το τι προσφερόταν η καθεμιά, για το που ακριβώς θα ‘βρισκε τα καβούρια ή τις πεταλούδες που έπαιρνε παραγγελία, πού ήταν οι καλύτεροι αχινοί, σε ποία τρύπα κρυβόταν και μεγάλωνε το κάθε χταπόδι, πού η καλή, η καθαρή μπογιά. Και δεν ήταν μόνο αυτό! Ήταν κι η έγνοια του για τη «λαμπρατζιά», για την οποία, επί μέρες, κουβαλούσε ξύλα (μια φορά κουβάλησε μιαν ολόκληρη σάπια βάρκα του), που από το Μ. Σάββατο το μεσημέρι τα έστηνε στον αυλόγυρο και καθόταν, από την ώρα εκείνη, φρουρός ακοίμητος πλάι, όσο που να ερχόταν η καθορισμένη στιγμή (λίγο πριν από το χτύπημα της πρώτης καμπάνας του Πάσχα) να τα ανάψει. 

            Το γύρο του για τη διάθεση της θαλασσινής μπογιάς του έκαμνε πρωί πρωί, έτσι που πρόφταινε πάντα, ντυμένος στα καλά του, την πρώτη Ανάσταση. Άλλωστε, η σχετική τελετουργία είχε κάποια ιδιαιτερότητα. Περ’ από την κατανυκτική ψαλμουδιά του κυρ Φώτη και τη λέξη με λέξη ζωντανή απαγγελία των Προφητειών από τον αιώνιο Σάββα, ήταν και η αναπαράσταση του μεγάλου σεισμού, με τα στασίδια που βροντούσαν και άπλωναν το μεγάλο μήνυμα του «ανάστα ο Θεός...» σ’ όλη τη μικρή πολιτεία, ένα μήνυμα που έπαιρναν από το στόμα του παπά, ο οποίος πρόβαλλε, με τα γιορτινά του άμφια, από την Ωραία Πύλη, με την εικόνα του Αναστημένου Χριστού, στεφανωμένη με δάφνη. Απ’ εκεί διέτρεχε, σαν σε έκσταση, μέσα σ’ ένα πραγματικό πανδαιμόνιο θορύβων, την εκκλησιά, που, με μιας, γέμιζε παντού από φύλλα μυρσίνης και δάφνης, ενώ απάλλασσε από τα μαύρα πέπλα που κάλυπταν, όλη τη Μ. Εβδομάδα, τις εικόνες. Η καμπάνα, τότε, κτυπούσε ασταμάτητα κι οι κροτίδες μπουμπούνιζαν από παντού.

            Αλλά η Μ. Εβδομάδα είχε και μίαν άλλη ιστορία, που συνδεόταν με τις δραστηριότητες του Μητροπολίτη, που ο καθένας τον ένιωθε  -- τις τέτοιες μέρες – πιο κοντά του. Πιο παλιά ο Μακάριος – και την ίδια παράδοση συνέχισε, αργότερα, κι ο Κυπριανός – είχε καθιερώσει να εναλλάσσει, με τον αρχιμανδρίτη (παλαιότερα τον Πάτερ Ιάκωβο και στη συνέχεια, τον Πάτερ Αθανάσιο), κάθε βράδυ, στα εσπερινά, τις εκκλησιές: ο ένας στον Αρχάγγελο κι ο άλλος στον Αγ. Γιώργη. Και διέσχιζε, από τη μητρόπολη ως την εκκλησιά, όλη την Κερύνια, με τα πόδια, και πίσω του, τα μαγαζιά και τα καφενεία που έκλειναν κι ο κόσμος που κατευθυνόταν για την ακολουθία.

            Την ημέρα του Πάσχα, η Κερύνια είχε μιαν εξαίρεση:  ουδέποτε συμπορεύθηκε με την άλλη Κύπρο στην ώρα έναρξης του όρθρου. Η καμπάνα, κτυπούσε στη μια κι ο «Καλός Λόγος» αντηχούσε στις δυο, μετά τα μεσάνυκτα, την ώρα δηλαδή, που, παντού αλλού, γινόταν απόλυση... φι’ αυτό, και σε ... αντίπραξη, πολλοί έσπευδαν να εκκλησιαστούν στην Παναγιά την Ασπροφορούσα, στο Μπέλαπαϊς, που προηγούνταν, όπως αλλού, και που έτσι έδινε τη δυνατότητα για μεταμεσονύκτιο γλέντι στις γύρω ταβέρνες και τα καφενεδάκια του Τεμπελόδεντρου...

            Ο Εσπερινός της Αγάπης, με ανανεωμένη τη «λαμπρατζιά»  και με το θεαματικό κάψιμο του Ιούδα) η σχετική συνήθεια δεν επιβίωσε μετά το ‘31) γινόταν στον Αγ. Γιώργη.

            Κι από την άλλη μέρα, την αυγή άρχιζε ο γύρος στα παρεκκλήσια της Παναγιάς. Μια καλοκάγαθη θειά, από το Μπέλαπαϊς, πέρα για πέρα τύπος παπαδιαμαντικός, που από μέρες παιδευόταν με το νοικοκυριό, τα ζυμώματα, τις φλαούνες και τις κουλούρες και τις άλλες προετοιμασίες, μάζευε τα παιδιά και τα ανίψια της, από τις 3 η ώρα το πρωί, για το σχετικό προσκύνημα. Ο γύρος ήταν καθιερωμένος (κάθε μέρα κι από ένα παρεκκλήσι, στο βουνό ή τη θάλασσα): Τριμιθώτισσα, Καρακουμίτισσα, Θερμιώτισσα, Καζαφανιώτισσα (η Ποταμίτισσα), Φανερωμένη, Γλυκιώτισσα.

            Στη Φανερωμενη κυρίαρχος ο Παπά Αγάπιος, ένας άνθρωπος μοναδικής ποιότητας, που ανέβαινε το βουνό με το γαϊδουράκι του, μέσα στη μαύρη νύχτα, για τη λειτουργία. Και στη Γλυκιώτισσα, του αρχαγγέλου ο παπάς που είχε την αίσθηση πως βασίλευε στη γραφικότερη εκεί γωνιά του νησιού, όπου το πιο αγαπημένο παρεκκλήσι, η πιο αγαπημένη, η πιο γλυκιά Παναγιά. Ακολουθούσε το Κολατσιό (κόκκινο αυγό, κουλούρι ...) κι ύστερα η επιστροφή. Και σαν έκλεινε κι η εβδομάδα της Διακαινησίμου, έκλεινε μαζί κι η πιο ωραία περίοδος κατάνυξης και ομορφιάς...

 


 


[1] Το άρθρο έφερε στην προσοχή μου η κ Θάλεια Πάφιτη την οποία θερμά  ευχαριστώ. ΕΔ.